3 Οκτ 2007

Μακαρόνια με σάλτσα

Άφησε το κρεμμύδι να της κάψει τα μάτια. Της έδινε τη δικαιολογία για να κλάψει. Είχε πολύ καιρό να κλάψει, το πολέμαγε δυο χρόνια και το είχε καταφέρει. Όμως σήμερα το επιζητούσε.
Λάτρευε τη μυρωδιά του κρεμμυδιού την ώρα που τσιγαριζόταν, την ώρα που η ασπρίλα του έδινε τη θέση της σ' αυτό το ελαφρύ μπεζ και μετά, όταν το χάζευε για αρκετή ώρα, σ' εκείνο το ελαφρύ (πολλές φορές και βαθύ) καφέ.
Έβλεπε τα ψιλά κομματάκια του να χορεύουν στον κόκκινο χυμό και τα πασπάλιζε με τις άσπρες νιφάδες του αλατιού και τις μαύρες του πιπεριού. Αντίθεση, άσπρο-μαύρο, σαν τη διάθεσή της· μια στα ουράνια μια στα «τάρταρααα» (η φωνή της αδελφής του Κωνσταντάρα -σ' αυτό έργο που ήταν μπακούρης με τέσσερις μαντράχαλους, μέχρι που ήρθε η Κοντού και τους έκανε ανθρώπους πάλι-, της ήρθε στο μυαλό).
Έριξε τον τόνο και τα μανιτάρια μαζί, παρόλο που η μάνα της, της έλεγε να μη τα βάζει όλα μαζί και όχι από την αρχή «γιατί θα λιώσουν». Μα αυτό ήταν που της άρεσε, όλα μαζί, να μη ξεχωρίζουν, μια άμορφη αλοιφή… σαν τα μέσα της.
Η μάνα της, της έλεγε επίσης, να μη βάλει κανέλα «δεν ταιριάζει με τον τόνο». Όμως εκείνη πάντα έβαζε κανέλα. Της άρεσε αυτή η γαργαλιστική μυρωδιά της, καθώς και εκείνος, ο πιο σκοτεινός τόνος που δίνει στο κόκκινο υγρό, που το κάνει σχεδόν θολό. Δεν το έκανε ανέκαθεν, αλλά από τότε που είδε την «Πολίτικη Κουζίνα», της άρεσε η αγάπη και η γλύκα εκείνου του παππού.


Έβαλε το νερό να βράσει. Έριξε αλάτι από την αρχή «για να μη μαυρίζει η κατσαρόλα» που έλεγαν οι παλιές νοικοκυρές, οι οποίες βέβαια χρησιμοποιούσαν άλλου είδους κατσαρόλες, αλλά αυτή η συμβουλή είχε περάσει στο DNA. Και λίγο λάδι «για να μην κολλήσουν» τα μακαρόνια. Τα έβλεπε να πολεμάνε το καυτό νερό, με ανδρεία στην αρχή, παραδομένα στη συνέχεια, αδύναμα να πολεμήσουν σαν εκείνη είτε το νερό είτε την πιρούνα της, που τα πηγαινοέφερνε δεξιά-αριστερά χωρίς έλεος, έτσι όπως πηγαινοέρχεται το μυαλό της από το παρελθόν στο παρόν και πάλι από την αρχή. Σαν να τα τιμωρούσε, ανακατεύοντάς τα, με αυτό τον τρόπο αφού δεν είχε τα κότσια να τιμωρήσει τον εαυτό της.

Αναποδογύρισε την κατσαρόλα με τα μακαρόνια στην οβάλ πιατέλα και τα περιέχυσε προσεκτικά με την κόκκινη σάλτσα, σαν το αίμα της ήταν. Έκρυψε το ασπροκόκκινο συνονθύλευμα με ένα παχύ στρώμα από πολύ αλμυρό κεφαλοτύρι, όπως κρύβεται κι εκείνη.

Παρόλο που λυπόταν να χαλάσει τη σύνθεση, γέμισε ένα πιάτο και το έφαγε λαίμαργα, με τον ίδιο τρόπο που προσπαθείς να χωρέσεις χρόνια σε 1 ½ ώρα…


Δεν υπάρχουν σχόλια: